Δημοσιεύθηκε την : Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018
Αναρτήθηκε από ditikievritania
Ιστορίες με λύκους στα δυτικά Αγραφα
Ιστορίες με λύκους στα δυτικά Άγραφα

oreinografies.com
Είχαμε αφήσει πίσω κάθε επαφή με τον πολιτισμό. Είχαμε περάσει την «μεγάλη πύλη», που οδηγούσε βαθειά στην καρδιά των βουνών, και τα λόγια μας είχαν χάσει απὀ ώρα κάθε ιδιαίτερο νόημα και αξία.
Μέσα στην αγκαλιά των βουνών στα δυτικά Ἀγραφα είχαμε χωθεί για τα καλά, σε πείσμα του αγέρα που πάσχιζε όλη την προηγούμενη νύχτα να μας αποθαρρύνει. Ο αγέρας των ψηλών κορφών είχε λυσσάξει. Αντέξαμε, μένοντας στην θέση μας, αφού ζητήσαμε και την βοήθεια του εικονοστασίου-καταφυγίου. Χωρίς αυτό, δεν ξέρω που θα ταξιδεύαμε, ακόμη με το αντίσκηνο ως μαγικό χαλί.
«ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ, Δεν μας αφήνουν τα εικονίσματα να φύγουμε από δω. Αλλά και πού να πάμε;» (Νιτσιάκου Βασίλη2008:12)
Ο γέρο τσοπάνος που μας επισκέφτηκε το πρωί μας ορμήνεψε να αφήσουμε κάθε σκεπτικό για την κορφή της Φτέρης και μας είπε να φύγουμε μακριά.
Αφήσαμε την κορφή να τσακώνεται με τον αγέρα και είπαμε να περιδιαβούμε χαμηλότερα το βουνό, μέχρι ο αέρας να κοπάσει..
Ἐτσι πιάσαμε το μονοπάτι που έζωνε τις κορφές χαμηλότερα και βαλθήκαμε να ροκανίζουμε τον χρόνο. Πού θα πήγαινε τούτος ο αγέρας; Δεν θα ξεθύμαινε; Πόσο θα συνέχιζε να μαλώνει με την ψηλότερη κορφή;

Χωθήκαμε για τα καλά στο ρέμα Βασιλέσι που δεν μας εύρισκε το φώς του ήλιου, κολλήσαμε στην πλαγιά που ανηφόριζε στο Γιδόκαστρο και αγναντέψαμε στο διάσελο παίρνοντας ανάσα.
Το παλιό εικονοστάσι έλειπε. Ο αγέρας το είχε ξεκολλήσει. Το πέρασμα ήταν απροστάτευτο τώρα, παραδομένο στα χέρια κάθε εισβολέα.
Ήμασταν βόρεια της κορυφής Φτέρη (1), στην πλάτη της κορφής Κουρούνα και μπροστά μας είχαμε θάλασσα κορφών. Το μονοπάτι στα πόδια μας ήταν καλογραμμένο, σημάδι ότι τούτα τα μέρη πατιόντουσαν ακόμη με τον παλιό τρόπο.
Πίσω μας «έκλεισε η πόρτα» με τον έξω κόσμο και «άνοιξε» μια άλλη. Μια άλλη διάσταση στην γλώσσα των βουνών, μια άλλη διάσταση στις αισθήσεις. Πουθενά χάραξη ανθρώπινης επέμβασης, πουθενά σημάδι δρόμου, πουθενά σημάδι πολιτισμού. Ο κόσμος των βουνών, αυτός πού από αιώνες υπάρχει, πορεύεται, ζει και συνοδεύει την ανθρώπινη πορεία, παρών, με απόντα τον ίδιο τον άνθρωπο τούτη την φορά. Πουθενά ανθρώπινη παρουσία.
Γείραμε στην πλαγιά ρίχνοντας μια τελευταία ματιά πίσω μας. Στο βάθος «γυάλιζε» ο ποιμενικός οικισμός Παλούκια (2), αν διαβάζαμε σωστά τον χάρτη, η μόνη «παρουσία» που μπορούσε να είναι απ’ ανθρώπινο χέρι. Όλα τ’ άλλα ήταν των βουνών και μόνον αυτών. Ο ουρανός χώραγε από πάνω, αν και η αναλογία ουρανός – βουνά ήταν απλά μια διακριτική γαλάζια πινελιά, στο κυρίαρχο σκηνικό των καφετί όγκων.
Το μονοπάτι πλάγιαζε, όπως οι πλαγιές έπεφταν ομαλά και οδηγούσε κατά τον οικισμό. Νωρίτερα τα σκυλιά μας είχαν μυριστεί και με τα γαυγίσματα είχαν σημάνει την παρουσία μας.
Αφήσαμε το κεντρικό μονοπάτι που συνέχιζε τραβέρσα στα πλάγια της Κουρούνας και κατηφορίσαμε στα κονάκια.
Δυο-τρείς στάνες με ανάλογους τσοπάνηδες μας υποδέχτηκαν, αφήνοντας τις δουλειές τους. Να μας φιλέψουν μ’ ένα καφέ, ένα ποτήρι δροσερό νερό και «πώς απ’ εδώ»; «για πού το βάλατε»; και τα υπόλοιπα γνωστά.

Ο μπάρμπα Κώστας Παπαδήμας ανέλαβε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας. Το μονοπάτι για το Ασπρόρρεμα, τα σημάδια, τα κονάκια που θα βρούμε έως εκεί και η δική του απορία εάν θα είναι οι γνωστοί του τσοπαναραίοι στις στάνες καθώς θα περνάμε απ’ εκεί..
Πάντα μια ανάσα στις φιλόξενες στάνες είναι κάτι σαν όαση στην μέση της ερήμου. Δεν σου κάνει καρδιά να φύγεις, αλλά ο τόπος θέλει πόδι και το πόδι θέλει τον χρόνο του.
Έτσι χαιρετήσαμε τους τσοπαναραίους και ανανεώσαμε την συνάντησή μας. Θα ξανασμίγαμε, γιατί θα γυρνούσαμε στο ραντεβού με την κορφή Φτέρη.
Μας συνόδευσε ο Παπαδήμας μέχρι την πηγούλα πού δεν θα την βρίσκαμε εύκολα, και μας έβαλε και στο μονοπάτι για να βγούμε στο κεντρικό. Άμα δεν τον ξέρεις τον τόπο θέλει ψάξιμο και το ανέβα-κατέβα κουράζει. Γεμίσαμε από νερό, πιάσαμε και το μονοπάτι σωστά και ψηλώσαμε.
«Ας είναι καλά ο μπάρμπας», μονολόγησα κάμποσες φορές, καθώς η ανάσα μου κόντεψε να σταματήσει απ’ την ανηφοριά. Όταν συνδεθήκαμε με το κεντρικό μονοπάτι, σταματήσαμε να συνέλθουμε και συγχρόνως να απολαύσουμε το θέαμα των γύρω κορφών. Πίσω μας η Κουρούνα, στα δυτικά το Γιδόκαστρο, στα βόρεια ο όγκος Μαυρίλο και Πλάκα, μύτες που έξυναν προκλητικά τον ουρανό. Ο τόπος των βουνών, η δυναμική έλξη μιας ακατανίκητης παρουσίας. Η καρδιά των Αγράφων, το πλέον παρθένο και απρόσιτο κομμάτι τους.
Μπήκαμε στο κεντρικό μονοπάτι το οποίο ήταν καλογραμμένο και πατημένο. Η πορεία ήταν όνειρο. Η κίνηση γινόταν σε υψόμετρο 1.6ΟΟ μέτρων, όπου έδινε την δυνατότητα να απολαμβάνεις συνεχώς την εναλλαγή του σκηνικού.
Σε κάθε βήμα οι κορφές άλλαζαν θέση και έκφραση. Περάσαμε τις ράχες Παλουκιών με την παλιά στρούγκα και συνεχίσαμε μέσα στον ήλιο που έκαιγε. Ο αέρας των κορφών ήταν βάλσαμο στο πρόσωπό μας και ας ήταν άγριος ψηλά στις μύτες.
Το μονοπάτι κινείται στα πλευρά της πλαγιάς που δεν φαίνεται από μακριά. Όπως βλέπεις την Πλάκα νομίζεις ότι ο τόπος δεν πατιέται. Όταν όμως βρεθείς εκεί, βρίσκεις ένα μονοπάτι που σε πηγαίνει πέρα για πέρα ομαλά.
Στα μισά του μονοπατιού, πέφτουμε πάνω σ’ ένα «γιατάκι». Σταματάμε για ανάσα και για παρατήρηση. Τούτο το γιατάκι καμωμένο απὀ πέτρες δίπλα στο μονοπάτι, έδειχνε σαν φυλάκιο. Χαμηλό ίσα να κόβει τον αέρα καθισμένου ανθρώπου, είχε άνοιγμα κατά την ρεματιά Βασιλέσι και Διπόταμα. Μέσα, στον πάτο του ήταν στρωμένο με φτέρες για μαλακωσιά και σε μια γωνιά, η κάπα του τσοπάνου αφημένη.
«Μπα», σκέφθηκα, .. «δουλεύει τούτο το πράγμα, ζωντανό το βλέπω. Δεν είναι από τα παλιά, υπάρχει ζωή. Γύρω μας δεν είδαμε κοπάδια ούτε ακούσαμε κουδούνια». Η ησυχία ήταν η μόνη συντροφιά των βουνών και ο αγέρας που συνέχιζε να φλερτάρει με τις κορφές πάνω απ’ τα κεφάλια μας.

Συνεχίσαμε την πορεία μας με οδηγό το μονοπάτι, έχοντας συντροφιά την έκπληξη, προσπαθώντας να εξοικειωθούμε με το άγνωστο. Φτάσαμε στο διάσελο. Από μακριά είδαμε παρουσία τσοπάνου να αγναντεύει στο καραούλι. Ευκαιρία να ρωτήσουμε για τον δρόμο. Σιμώσαμε και σμίξαμε. .με σκιάχτρο!. Πάνω στο καραούλι, να διαφεντεύει ολούθε, η μορφή του σκιάχτρου που από μακριά δεν ξεχώριζε απ’ αυτή του τσοπάνου.
Κατάπιαμε τα λόγια μας και θαυμάσαμε το έργο τέχνης, στην συνέχεια απορήσαμε τι έκανε τούτο το σκιάχτρο εδώ ψηλά.. τί να τρόμαζε; Εδώ δεν υπήρχε ψυχή..
Ίσως, να το έκανε κανένας τσοπάνος για συντροφιά σε τούτες τις ερημιές. Είναι σημαντικό να βλέπεις και καμιά «ανθρώπινη» παρουσία, και τούτο το σκιάχτρο ήταν πρώτης τάξεως παρουσία. Τούτο το σκιάχτρο ήταν πολύ ανθρώπινο με την καρό καφετί σακακιά που τούχανε φορέσει. Καλύτερος από ζωντανό άνθρωπο!
«ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΙΙ, Μέτρησα τους ανθρώπους, ήταν λιγότεροι απ τα σκιάχτρα στις αυλές. Ήταν παραμονή των Φώτων. Κοίταξε, είπα, έρχονται ακόμα οι καλικάντζαροι εδώ. Πέρασα πάλι τα Άι Γιαννιού, πέρασα και την άνοιξη, ήταν ακόμα εκεί» (Νιτσιάκου Βασίλη2008:13)
Αφήσαμε το σκιάχτρο, και κάτω απ’ το βλέμμα του γείραμε προς το Ασπρόρρεμα. Τούτο το διάσελο ήταν η πόρτα που οδηγούσε στα άδυτα. Έως εδώ μπορούσες να φτάσεις, όμως απ’ εδώ και μέσα θα έπρεπε να αφήσεις κάτι πίσω σου σαν θέλεις να συνεχίσεις, και τούτο το σκιάχτρο στο έδειχνε.
Το μονοπάτι πλάγιαζε και οδηγούσε κάτω στην ρεματιά. Πουθενά δρόμος, πουθενά φωνή, πουθενά ανθρώπινη παρουσία. Μόνον ψηλές, μυτερές κορφές στην σειρά ολόγυρα. Πυραμίδα, Σύνορο, Χοντρό Σπανό, Σαλαγιάννη, Σουφλί, Αφωρισμένη, Ντεληδήμι και άλλες που κρατούσαν στην αγκαλιά τους το Ασπρόρρεμα.

Το θέαμα ήταν από ώρα εξώκοσμο. Τώρα στο Ασπρόρρεμα γινόταν περισσότερο αφού η είσοδος στην καρδιά των βουνών έκανε τα πράγματα μονοδιάστατα. Είχες την αίσθηση του να πετάξεις, να αφήσεις το σώμα σου πίσω και να φτερουγίσεις ανάμεσα στις κορφές, ώσπου να βουτήξεις στον πάτο του Απρορρέματος. Παντού απόλυτη ησυχία και ο ήλιος ψευδαίσθηση. Ασυναίσθητα αναζητάς σημάδια ανθρώπινης παρουσίας για να επιβεβαιώσεις ότι είσαι ξύπνιος ή ζωντανός..
Ο ήχος κουδουνιού μας έστρεψε να ανακαλύψουμε μουλάρι φορτιάρικο στην πλαγιά και αυτό μας πιστοποίησε ότι θα υπήρχε κάπου και ανθρώπινη παρουσία. Κοιτάξαμε πάλι προσεκτικά και διακρίναμε ψηλά στον λαιμό, ανάμεσα στο Χοντρό Σπανό και Σαλαγιάννη ζώα να βόσκουν. Κάτι κινείται, κάτι υπάρχει. Τα σκόρπια πέτρινα σπίτια κατά μήκος του ρέματος, ήταν πραγματικότης και όχι ψευδαίσθηση της κούρασης. Ήταν η απόδειξη ότι τούτα τα σπίτια είχαν αντέξει χρόνια, ήταν η πιστοποίηση ότι εδώ μέσα στα βουνά ζούσαν άνθρωποι. Γυρίσαμε την ματιά ολούθε. Τα κονάκια των τσοπαναραίων που μας είχαν μιλήσει στα Παλούκια ήταν μέσα στα έλατα και τα είδαμε απὀ μακριά. Είχαμε λοξεύσει.
Η καμινάδα τους δεν κάπνιζε, και δεν μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι ότι θα υπήρχε ανθρώπινη παρουσία εκεί. Ήμασταν σε κάποια απόσταση και με βάση τα λόγια που μας είχαν πει στα Παλούκια, υπήρχε περίπτωση να λείπουν. Η κατηφοριά μας οδήγησε γρήγορα στον πάτο.
Ήμασταν στο Ασπρόρρεμα, στο πιο απομονωμένο μέρος των Αγράφων. Ολόγυρα βουνά και στο μέσον η ρεματιά. Κατά μήκος αυτής της ρεματιάς υπάρχουν παλιά σπίτια και σημάδια ανθρώπινης ζωής. Τούτο το ρέμα κινείται από βόρεια προς νότια και τα νερά του πέφτουν στον ποταμό Αγραφιώτη.
Στην αρχή του Ασπρορρέματος, στάνη παλαιά. Πιο κει το πλάτωμα με πεζούλια παλιά και απομεινάρια μαντριού. Εικόνες μαγικές, όχι τόσο για το ασυνήθιστό τους όσο για τον τόπο που τις συναντούσες. Τα νερά τούτη την εποχή λιγοστά, αλλά για λίγο. Μετά η ορμή τους δεν παλεύεται. Ο τόπος μαγικός, ασάλευτος, θεϊκός. Οι κορφές, όταν είσαι ψηλά φαντάζουν αλλιώτικα. Όταν έχεις βουλιάξει στα σωθικά του βουνού, αισθάνεσαι σαν να είσαι εγκλωβισμένος μέσα σε ένα τεράστιο σώμα πού κινείται και κάθε στιγμή δεν ξέρεις ποιά θα είναι η επόμενη κίνηση.

Αφεθήκαμε στους ήχους του χώρου, τους ήχους της μητέρας γης που γεννάει, στις κινήσεις ενός σώματος που εμφανίζει κάτι καινούργιο. Εδώ δεν χωράει ανθρώπινη επέμβαση και γι αυτό και οι προσπάθειες μέχρι σήμερα στέκονται διστακτικές. Πώς άλλωστε να διαταράξεις την εγκυμοσύνη της Μητέρας γης;
Οι ψηλές κορφές το αποθαρρύνουν, οι ρεματιές και τα ρουμάνια αντιδρούν, ο αγέρας οσφραίνεται κάψα και παγωνιά. Εδώ κάθε στιγμή γεννιέται κάτι καινούργιο, εδώ κάθε στιγμή για αιώνες τώρα ακούγεται το μήνυμα καθαρά. Το γήινο σώμα πάλλεται, κινείται, ανασαίνει, αναπαράγει, μεταμορφώνει..
Τι παράξενο, θέλεις εδώ στον πάτο του Ασπρορρέματος να γίνεις ακόμη πιο μικρός, να γίνεις το μικροσκοπικό μόριο τούτης της γιγάντιας καρδιάς. Η δυναμική έλξη των βουνών κάνει όλα τ άλλα κοντά της, να θέλουν να γίνουν μικρότερα. Πώς να σκεφτείς να ορθώσεις ανθρώπινη επέμβαση σ αυτό το σκηνικό; Ακούγεται ανοησία..
Αναγεννιέσαι μέσα απ τους κτύπους τούτου του υπέροχου γιγάντιου σώματος. Ο ήλιος τσουρουφλίζει το πρόσωπο και ο χρόνος παύει να περνά.
Βουνά των Αγράφων, πέτρες σηκωμένες όρθιες στον ήλιο και στο χιόνι, μύτες που προσπαθούν να ξεφύγουν στον ουρανό αλλά δεν τις αφήνουν οι άνθρωποι του τόπου. Τούτος ο δυσπρόσιτος, άγριος τόπος, αντί να διώξει τους ανθρώπους, τους έφερε κοντά του.
Τούτα τα βουνά έχουν μια πορεία αντάμα μ αυτή των ανθρώπων, λες και το ένα φτιάχτηκε για το άλλο. Αιώνων πορεία γεμάτη δείγματα πολιτισμού, ηρωισμού, παλληκαριάς, ανθρωπιάς, στοιχεία που κοσμούν αυτά τα ίδια τα βουνά. Έτσι βουνά και άνθρωποι σμίγουν τόσο πολύ και δένονται που στο τέλος δεν ξεχωρίζουν. Αποτελούν την κοιτίδα του πολιτισμού μας, είναι η ζωντανή υπενθύμιση της μακρόχρονης ανθρώπινης πορείας, είναι οι ρίζες του έθνους που κρατούν γερά.
«Τι θα γίνει με την κορυφή Φτέρη»; ακούστηκε η φωνή δίπλα μου. Ξαναπροσγειώθηκα μετά από ώρα, δεν ξέρω πόση ώρα είχα χαθεί. Ο σχοινο-συντροφός μου δίπλα αρκέστηκε να χαμογελάσει όταν προσπάθησα να δικαιολογήσω την αφηρημάδα μου.
«Η Φτέρη είναι μακριά και η δύναμη του αγέρα κόπασε», επανέλαβε διακριτικά. «Για να βγούμε στην κορφή της, πρέπει να παρακαλέσουμε τις κορυφές να χαμηλώσουν»..
Αφήσαμε το Ασπρόρρεμα και δοκιμάσαμε το αναβάπτισμά μας σε δυνάμεις. Ο ιδρώτας και η κούραση δεν έλειψαν καθώς είχαμε να κάνουμε την διαδρομή πίσω, προσεγγίζοντας την βάση της Φτέρης.
Για άλλη μια φορά κάτι δεν είχαμε καταλάβει καλά. Για άλλη μια φορά κάτι μας διέφευγε, γιατί αγκομαχώντας βγήκαμε στο διάσελο. Το είδα στο σκιάχτρο, που έδειχνε να γελάει με την εικόνα μας. Το θεωρήσαμε υποτιμητικό και επιστρατεύοντας όλες μας τις δυνάμεις, το προσπεράσαμε με το κεφάλι ψηλά.
Αναπτερωμένοι και βοηθούμενοι απ τον αγέρα των κορφών, βγήκαμε σύντομα στο άλλο διάσελο, στις ράχες Παλουκιών. Το δειλινό κόντευε. Ζυγίσαμε τα πράγματα και αποφασίσαμε ότι ήμασταν στο κατάλληλο μέρος για την διανυκτέρευσή μας. Νερό βρήκαμε στην πηγούλα λίγο παρακάτω. Το μέρος βόλευε γιατί ήμασταν πάνω στο μονοπάτι που έπρεπε το πρωί να ακολουθήσουμε, για να πλησιάσουμε την βάση της κορφής χωρίς να χρειάζεται να ανεβοκατεβαίνουμε.
Ριχτήκαμε στην δουλειά. Φέραμε νερό, διαλέξαμε το μέρος και αρχίσαμε να ανασηκώνουμε τις παλιές πεσμένες πέτρες της στρούγκας. Φτιάξαμε το γιατάκι μας και μέσα στο τοίχος που θα μας προστάτευε απ τον αέρα, στήσαμε το αντισκηνάκι μας. Το μέρος διατηρούσε το επίπεδό του, διότι το χρησιμοποιούσαν σαν στέκι τα φορτιάρικα ελεύθερα άλογα, να κυλιστούν στο χώμα του. Στα Άγραφα δεν βρίσκεις εύκολα επίπεδες μεριές. Για τούτο το βράδυ τους πήραμε το μέρος τους και αυτά παρέμειναν ψηλότερα στις πλαγιές της Κουρούνας.

Η ξερολιθιά απ το μαντρί ήταν πεσμένη, αλλά κρατούσε τόσο ύψος ακόμη, αρκετό για να καθίσουμε λουφαγμένοι κάτω και να φάμε.
Την ώρα που είχαμε τακτοποιηθεί, ξεπρόβαλλε το ολόγιομο φεγγάρι απ τις κορφές των ανατολικών Αγράφων, και ο ήλιος κόντευε να δύσει πίσω απ τα βουνά Μαυρίλο, στην γραμμή του ρέματος Βασιλέσι. Βρισκόμασταν ανάμεσα σε δυό ολόχρυσους δίσκους, ένας στην ανατολή και ο άλλος στην δύση. Ανάμεσα σ αυτούς τους δυο φωτοδότες, θάλασσα βουνών, και μια χρυσή ακτίνα που συνέδεε τα δύο κέντρα, περνώντας απ τα κεφάλια μας.
Αφήσαμε την κατασκήνωση και βγήκαμε λίγα μέτρα πιο έξω στο διάσελο, για να απολαύσουμε τα χρώματα του ήλιου. Το φεγγάρι είχε χρόνο μπροστά του, ολόκληρη η νύχτα ήταν δική του.
Η γραμμή του ήλιου καθώς πλάγιαζε να δύσει πίσω απ τα βουνά, άφηνε πάνω στα επάλληλα επίπεδα των πλαγιών που συνέκλιναν στην κεντρική ρεματιά των Διπόταμων, μια ξεχωριστή χρωματική πινελιά σε κάθε πλαγιά. Ακόμη και τα δένδρα ορθώθηκαν σαν έργα τέχνης με τα απογυμνωμένα κλαδιά τους, δείχνοντας την ομορφιά τους…
Ξαφνικά, εκεί που είχαμε αφεθεί αποσβολωμένοι στην μαγεία των χρωμάτων και των αισθήσεων του φωτός που άφηνε πίσω του, λίγο πιο κάτω απ τα πόδια μας, στην πλαγιά, εκεί που άρχιζαν τα έλατα, φωτιά τράβηξε την προσοχή μας. Στην αρχή φάνηκε σαν να ήταν η καιόμενη βάτος του Σινά, κάτι σαν θαύμα, κάτι σαν να ήταν οφθαλμαπάτη, αποτέλεσμα στυλώματος της ματιάς μας πάνω στον χρυσό δίσκο του ήλιου που έδυε.
Προσπαθήσαμε να καταλάβουμε τι γίνεται μένοντας ακίνητοι και κάθε τόσο κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Ένας γερασμένος μεγάλος κορμός ελάτου, ξαπλωμένος στην πλαγιά, έκαιγε βγάζοντας φλόγες και απ τις δύο μεριές του κούφιου κορμού του.
Η φωτιά σιγόκαιε με φλόγες που έμοιαζαν με κεφάλια φιδιών καθώς έγλυφαν τον κορμό. Ο καπνός σηκωνόταν ψηλά, αλλά όχι και οι φλόγες.
Δεν μπορεί να μπήκε εδώ φωτιά.. ποιός; γιατί; τι γίνεται; πώς δεν πήραμε χαμπάρι εμείς; Τρομάξαμε.. Ήμασταν χαμένοι μέσα στα βουνά, ανθρώπους δεν βλέπαμε και δεν ξέραμε τι γίνεται..
Οι βοσκοί να την έβαλαν; Περίμεναν να νυχτώσει και μετά; Γιατί; Ήξεραν ότι υπήρχαν άνθρωποι γύρω;
Κάναμε σαστισμένοι προς τα πίσω, για την κατασκήνωσή μας. Ξαφνικά βλέπουμε πίσω μας, απ την άλλη μεριά τώρα, στα 1ΟΟ μέτρα μακριά μας, άλλη φωτιά!! Είχε νυχτώσει πια.
«Τι είναι τούτο; ποιός τις βάζει»; Οι φωτιές να καίνε ζωηρά, χωρίς να απλώνονται, μέσα στην νύχτα. Δεν ξέραμε τι να βάλουμε στο μυαλό μας. Είχαμε χρόνια που γυρίζαμε στα βουνά και τούτο δεν το είχαμε ξαναδεί. Κάθε φορά μαθαίναμε και κάτι, τώρα ανησυχούσαμε για τον τόπο και για την θέση μας.. «Θα καούμε; Πού πάμε; Τι να κάνουμε; Να τις σβήσουμε»;
Καθίσαμε και κοιτάζαμε τις φωτιές.. Μείναμε αμίλητοι, χωρίς διάθεση για κουβέντα. Έφταιγε και ο αέρας που δεν άφηνε περιθώρια για να μείνουμε. Το ολόγιομο φεγγάρι, χλωμό, δεν έφτανε να μας κρατήσει έξω. Ετοιμάσαμε το φαγητό μας λουφαγμένοι και προβληματισμένοι με τις φωτιές γύρο μας, χάνοντάς κάθε διάθεση.
Ξαφνικά μια σκιά πρόβαλε στο διάσελο, σίμωσε και τρομάξαμε να γνωρίσουμε τον Παπαδήμα. Πέρασε παραδίπλα, μας χαιρέτησε πολύ λιτά και «αφύσικα» για την περίπτωση των βουνήσιων, κουβαλώντας στον ώμο του ένα μεγάλο τσουβάλι. Παράξενο, συνέχισε να κατηφορίζει προς την πηγούλα, στο μονοπάτι που οδηγούσε στην παρακάτω στάνη. Το σκοτάδι τον κατάπιε. Η παρουσία του, το γεγονός ότι δεν σταμάτησε, το ότι δεν προλάβαμε να ανταλλάξουμε λόγια, δεν φάνηκε να σαστίζει στην θέα της φωτιάς μας έκανε ακόμη πιο σκεπτικούς. «Τί γίνεται ρε σύ έκανα, μετά από ώρα σιγή; Τι παιχνίδι παίζεται εδώ»;
Πρώτη φορά αισθάνθηκα φόβο στα βουνά, κάτι που δεν συνηθίζω να έχω τόσα χρόνια. Αυτό και μόνον με έκανε να νοιώσω ακόμη πιο άσχημα. Εκεί που είχαμε εξαϋλωθεί μέσα στο φυσικό περιβάλλον, εκεί που είχαμε ταξιδέψει σε σφαίρες μαγικές και εξώκοσμες, νάσου για μια στιγμή, οι φωτιές. Πώς να το αγνοήσεις; πώς να κοιμηθείς δίπλα στις φωτιές που καίνε; Πότε στήθηκαν αυτές; Γιατί;
Το κρύο του αγέρα δεν άφηνε περιθώρια ρεμβασμού. Μαζέψαμε τα πράγματα και λουφάξαμε στο αυτοσχέδιο γιατάκι μας. Θα το ρισκάραμε για την ώρα. Τουλάχιστον εδώ μέσα ήταν ζεστά. Έπρεπε να κλείσουμε μάτι σαν θέλαμε το πρωί να βγούμε ψηλά.
Το φεγγάρι φώτιζε τον τόπο και οι φωτιές δεν «ακουγόντουσαν» να σιμώνουν. Έκαιγαν συνέχεια στο ίδιο σημείο, τις είχαμε παρατηρήσει για ώρα..

Η καινούργια μέρα άρχισε να χαράζει. Είχα ακούσει νωρίτερα βήματα αλλά δεν σηκώθηκα να κοιτάξω. Όταν αποφάσισα να σηκωθώ είχε φωτίσει πια. Το πρώτο πράγμα που αναζήτησα ήταν να κοιτάξω για τις φωτιές. Είχαν πάψει να καίνε, και ο καπνός μαρτυρούσε την μοναδική παρουσία τους. Στο φώς της ημέρας, πρόσεξα ότι επρόκειτο για μεγάλους πεσμένους κορμούς που σιγοέκαιγαν αργά – αργά βγάζοντας καπνό.
Δόξα τον Θεό ξημέρωσε. Φτιάξαμε πρωινό και είπαμε να τα μαζεύουμε για φευγιό. Πάνω στην ώρα και στους προβληματισμούς μας, νάσου πάλι χαμογελαστός ο Παπαδήμας.
Αντί για άλλο τον ρωτάω για τις φωτιές. Σιμώνει, κάθεται στο στρογκολίθι και λέει ξεφυσώντας: «Λύκοι, μας έριξαν λύκους».. (3) «δηλαδή»; έκανα δίχως να έχω καταλάβει. «Βγήκαν λύκοι ξανά εδώ στα βουνά μας, και μας κτύπησαν τα ζωντανά». «Σοβαρά»; «Ναι, είναι μέρες τώρα που «πήραν» δυό πρόβατα της κάτω στάνης και άλλο ένα της στάνης στην Μπρακόβρυση/Μπακόβρυση. Είχαν εξαφανιστεί για χρόνια οι λύκοι απ τα βουνά μας. Είχαμε ησυχάσει. Αφήναμε τα κοπάδια μας μόνα τους και μπορούσαμε να είμαστε στις στάνες. Τα κοπάδια μας στάλιαζαν εδώ και εκεί. Τώρα πάει ο ύπνος μας, μας έχει ταράξει». «Δηλαδή τις φωτιές τις βάλατε εσείς»; ρώτησα αρχίζοντας να καταλαβαίνω τι γινόταν. «Ναι, τις ανάβουμε για την νύχτα, για να κρατάμε τους λύκους μακριά. Δεν με είδατε χθες το βράδυ πού πέρασα; πήγαινα να πάρω τον άλλο τσοπάνο απ την κάτω την στάνη για να πάμε για καρτέρι.. πιάνει ο καθένας και μια φωτιά. Στο τσουβάλι είχα ροκανίδι και την κάπα. Το ροκανίδι το χρησιμοποιούμε για να συντηρεί την φωτιά μέσα στον κορμό του πεσμένου δένδρου, και την κάπα γιατί το κρύο είναι πολύ τσουχτερό. Φυλάμε καραούλι όλη την νύχτα. Είναι τρομερό θηρίο.. δεν τον σκιάζει τόσο η φωτιά. Είναι ικανός να χτυπήσει εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Μπορεί να σου «κόψει» όλο το κοπάδι.. «Καλά και πού λύκοι στην περιοχή»; «Ο άλλος τον είδε μπροστά του και τρόμαξε. Τού βγήκε μπροστά του στο διάσελο της Πλάκας και τάχασε. Μέχρι να συνέλθει είχε λακίσει ο λύκος.
«Αυτός είναι ο λόγος με το σκιάχτρο»; «Α! καραούλι ήταν το γιατάκι στο μονοπάτι πάνω».. μονολόγησα και ο μπάρμπας κούνησε το κεφάλι του. «Γι αυτόν τον λόγο τα φτιάξαμε, μπας και τους τρομάξουμε καθόλου. Φυλάμε καραούλι με τα όπλα».. «Μμ..»
«Άσε μπλέξαμε, αλλά πού θα πάει.. θα τις τα πούμε για τα καλά ένα χεράκι.. σήμερα η Ντόρα (Μπακογιάννη) είναι στα Πινιανά, και έχουν πάει τσοπαναραίοι απ τα κονάκια μας να τις τα ψάλλουν»..
«Δηλαδή»; «Να της έχουν τραπέζι της Ντόρας στα Πινιανά, ψητά και τέτοια. Βλέπεις τα Πινιανά είναι μεγάλη κοινότητα, έχει σύνορο με δώδεκα κοινότητες.. Ήρθε με το ελικόπτερο, πού να περπατήσει με το πόδι τα βουνά μας. Ο τόπος μας είναι τα βουνά, και αυτά φτιάχτηκαν για το πόδι»..
«Δηλαδή τι ακριβώς έχει γίνει»; «Να οικολόγοι με το υπουργείο Γεωργίας ήρθαν στο χωριό Γρανίτσα και αμόλησαν τέσσερις λύκους και ένα τσουβάλι φίδια στο βουνό.. καταστρέψαμε το βιό μας, γιατί αυτοινοί θέλουν να παίξουν.. να έρθουν αυτοί να ζήσουν, εδώ μέσα στα βουνά.. Για την ψήφο μας έρχεται και μας θυμάται, βλέπεις εκλογές πλησιάζουν.. έννοια σου όμως και θα τα ακούσει για τα καλά.. στον δρόμο είναι κιόλας η τσοπανούρα, που κατέβηκαν στα Πινιανά..
«Μάλιστα».. όση ώρα μιλούσε ο Παπαδήμας είχα πάρει και τις απαντήσεις, για όλα αυτά που την προηγούμενη μέρα δεν κατανοούσα. Λύκοι ξανά στα βουνά, λύκοι που «κόβουν» πρόβατα, έχουν κάνει άνω – κάτω τους τσοπαναραίους.. μείναμε για λίγο αμίλητοι.
«Μας θυμούνται στις εκλογές, αλλά τώρα θα τ ακούσει. Να δούμε τι θάχει να πει στους νοματαίους. Ροβόλησαν από νωρίς χθες την ρεματιά της Φτέρης και είναι κιόλας στο Χωριό.. Να μας αποζημιώσει. .εδώ ψοφάμε μέσα στα βουνά με τα κοπάδια μας, όχι και να χάνουμε τα ζώα». «Μάλιστα».. «Πέρασα και αξημέρωτα, αλλά δεν σας έκραξα», έκανε «πού να κλείσουμε μάτι όλη νύχτα. Ξέρεις τι θηρία είναι αυτά; πολύ σκληρά ζώα, έχουν ένα μάτι που σε κοιμίζει. Τα σκυλιά τα σκιάζονται. Εάν είναι πολλοί μαζί δεν λογαριάζουν τίποτα. Είναι πολύ ύπουλα ζώα και δυνατά. Κάνουν τεράστιες αποστάσεις, που δεν μπορείς να το φανταστείς. Κρύβονται την ημέρα εύκολα γιατί ο τόπος έχει τα μέρη του.. Πιάνουμε από μια φωτιά και φυλάμε καραούλι. Τυλιγμένοι με την κάπα και το όπλο στο χέρι, στεκόμαστε όλοι την νύχτα ξάγρυπνοι.. μπορεί να πέσει σε κοπάδι και να το σακατέψει.. δεν σταματά σε ένα.. τα «στρίβει»».
Δεν είχαμε τι να πούμε. Τα λόγια είχαν κατακλύσει το στόμα του μπάρμπα, και οι δικές μας απόψεις και αντιρρήσεις, ας έμεναν καλύτερα για μια άλλη φορά. Περιοριστήκαμε απλά να αναμασάμε λόγια που έπεφταν βροχή για τους λύκους, την δύναμη των ζώων αυτών, για τις ενέργειες που έκαναν οι τσοπαναραίοι, για τα μέτρα που έπαιρναν, για όλα αυτά που είχαμε δει και δεν κατανοούσαμε. Δεν είχαμε άποψη για να δώσουμε, ούτε μπορούσαμε να βρούμε λόγια.. όταν είσαι στην μεγαλούπολη μπορείς να έχεις άποψη για όλα. Εδώ πάνω τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πόσο λίγα ξέρουμε; και πόσο εύκολα έχουμε άποψη για όλα.

Η κατανόηση των πραγμάτων είναι πράξη που έχει να κάνει και με την βίωση του χώρου. Δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένη από το περιβάλλον. Ο χώρος που ζεις είναι μια παράμετρος πού δεν μπορείς να την αγνοήσεις. Ο κάθε άνθρωπος αναπτύσσει μια σειρά από συνειρμικούς λογισμούς μέσα στο σκηνικό που ζει, κινείται, αναπνέει, μεγαλώνει και πορεύεται. Οι απόψεις των ανθρώπων της μεγαλούπολης απέχουν απ αυτές που γεννάει ο κόσμος των βουνών. Η κατανόηση και σύμπραξη των δύο μερών μπορεί να γίνει μόνον με βαθειά και σοβαρή μελέτη των προβλημάτων..
Ο μπάρμπα Κώστας μας έσπρωξε. «Εάν ήσαστε για την Φτέρη, σηκωθείτε.. πάω για την στάνη, ελάτε μαζί μου να σας δείξω το σημείο που θα κάνετε καταπάνω..
Ήταν εκεί που το όνειρο άφηνε την θέση του στην δύναμη του τόπου. Ο όγκος της Φτέρης και η ψηλή της κορφή, καθώς είχαν λουστεί στο πρωινό φώς δεν άφηναν περιθώρια για ονειροπολήσεις.
Μπορεί στο φώς της ημέρας οι λύκοι να χρειάζεται να λουφάξουν, για να συνεχίσουν την δική τους πορεία,- Βλέπεις οι λύκοι είναι για να τρώνε πρόβατα, έτσι τους έφτιαξε ο Θεός- και εμείς που δεν είχαμε βρει ακόμη τον δρόμο μας, προσπαθούσαμε ν ανέβουμε στην κορυφή της Φτέρης.
Ίσως μετά από ωρών προσπάθεια, δυσκολιών και ιδρώτα μπόλικου, να μπορούσαμε να βρούμε τις απαντήσεις, στον δρόμο μέχρι την κορυφή. Ποιός ξέρει, ίσως απ εκεί ψηλά, την κορυφή της Φτέρης να μπορούσαμε να διακρίνουμε καθαρότερα τα πράγματα..
Μέχρι τότε, έπρεπε να προσπαθήσουμε σκληρά…
Ξυπνήσαμε πραγματικά. Τόση ώρα με τις ιστορίες για τους λύκους είχαμε ξαναχαθεί για άλλη μια φορά. Ο μπάρμπας πήρε το σακάκι του παραμάσχαλα, την γκλίτσα του στο χέρι και έκανε να κινήσει. «-Άντε και ερχόμαστε», είπαμε, να μαζέψουμε πρώτα τα πράγματα μας. «Θα σμίξουμε στο μονοπάτι» έκανε, «θα μαζέψω το κοπάδι και θα έχω και τον νου μου σε σας».. Μετά χάθηκε στην στροφή της πλαγιάς. Μείναμε αποσβολωμένοι να κάνουμε κινήσεις μηχανικά. Ακόμη και όταν κατηφορίσαμε στην πηγούλα να γεμίσουμε τα παγούρια μας με νερό, δεν ανταλλάξαμε κουβέντα.
Ο τόπος γύρο μας δεν θύμιζε τίποτα απ το σκηνικό της νύχτας. Μια κατανυκτική ησυχία και ηρεμία επικρατούσε παντού. Κάτω χαμηλότερα, η στάνη κάπνιζε, οι κότες κακάριζαν, και τα γουρούνια γυρόφερναν. Ψηλότερα στις πλαγιές τα ελεύθερα φορτιάρικα άλογα έβοσκαν, και για λίγα λεπτά η μοναχική παρουσία ανθρώπου στο μονοπάτι που οδηγούσε στους οικισμούς της Φτέρης, φάνηκε μαγική εικόνα. Όλα ήταν σαν όνειρο. Θες ο ήλιος που έκανε τον τόπο να κρατά απ τις εικόνες της προηγούμενης ημέρας, πάντως δεν είχε αλλάξει κάτι. Το ονειρικό σκηνικό συνεχιζόταν. Η νέα ημέρα που ξεκινούσε δεν μαρτυρούσε τίποτα παρά μόνον την κουβέντα της σιωπής και την σκληρή πραγματικότητα της νύχτας.
Πήραμε το μονοπάτι ελαφρωμένοι απὀ «βάρη» και συνειδητά αφημένοι στου τόπου τα καλέσματα. Η φωνή του μπάρμπα Κώστα μας βρήκε πάνω στο μονοπάτι και για ώρα μας τσιγκλούσε και μας καθοδηγούσε.
Χαιρετηθήκαμε από μακριά χωρίς να σφίξουμε τα χέρια για άλλη μια φορά. Μας περίμενε στο μονοπάτι για να μας τακτοποιήσει και μετά να κατέβει στην στάνη. Το κοπάδι το είχε ξεσκαλώσει και αντί να πάρει ανάσα, επέμενε να μας συμβουλεύει για το σημείο που θα κάναμε επάνω. Άυπνος όλη νύχτα, -ήταν η σειρά του να μείνει στο καρτέρι -, επέμενε να μας «φωνάζει», να μας καθοδηγεί για ώρα, καθώς μας έβλεπε να λοξεύουμε απ τον σωστό δρόμο. Χαιρετηθήκαμε για τελευταία φορά όταν βγήκαμε στον λαιμό, εκεί που η κορυφή Κουρούνα σμίγει με τον όγκο της κορυφής Φτέρης. Ήταν η τελευταία οπτική επαφή που είχαμε μαζί του. Μετά μόνοι μας ..
Τάκης Ντάσιος, Καλοκαίρι 1993
Παραπομπές
(1) Βουνά: «Ανάληψις ή Ανάληψη, ή Προφ. Ηλίας ή Τσούκα, ύψ. 1.499 μ. «Ορεινός όγκος στο ΒΔ. άκρο του Ν. Ευρυτανίας, ανατολικά ντου ποταμού Αχελώου και νότια του ρέματος Ποτιστής –Πρασιάς –Βασιλέσι. Στα ανατολικά και ΝΑ. χωρίζεται από τον ορεινό όγκο της Φτέρης με τον αυχένα /διάβαση (880) του Ραπτόπουλου και το ρέμα Λεπιανίτη. Αποτελεί τμήμα του οροσυμπλέγματος των Αγράφων και της Νότιας Πίνδου. Τα πετρώματά του είναι φλύσχης. Ανάβαση στην κορυφή μπορεί να γίνει από τον οικισμό Ραπτόπουλο, ύψ. 820 μ. σε 0300ω. περίπου.» (Νέζη Νίκου2010:129)
Φτέρη, ή Πτέρη, ή Πυραμίδα, ύψ. 2.127 ορεινός όγκος που ξεχωρίζει, ο ψηλότερος στα δυτικά Άγραφα – στη ΒΔ. πλευρά του νομού Ευρυτανίας, δυτικά του ποταμού Αγραφιώτη και μεταξύ των οικισμών Επινιανά (1.050 μ.) και Ραπτόπουλο (820 μ ) στα δυτικά. Στα βόρεια ξεχωρίζει απ το διάσελο / αυχένας Κουρούνας – Γιδόκαστρου. Στα Νότια διαχωρίζεται με τον αυχένα /διάσελο της Πρατίνας απ τις κορφές Λούτσι και Λιάκουρα.
Ανάβαση στην κορφή μπορεί να γίνει Νότια, από τον οικ. Ραπτόπουλο, Ανατολικά απ΄ τον συνοικισμό Βλαχοπούλα των Επινιανών, Βόρεια από το διάσελο Γιδόκαστρο –Κορούνας και όχι μόνον.
Άλλες κορφές που συναντώνται στην περιοχή, είναι Στάρα, ύψ. 1.824 μ., Γιδόκαστρο, ύψ. 1,757 μ, Κορούνα ή Κρούνα, ύψ. 1,938 μ., Πλάκα ύψ. 1.853 μ. και Σφενδάμη, ύψ. 1.705 μ.
- Ραπτόπουλο, το (έως 1940 Ραυτόπουλο), υψ. 810 μ. οικισμός στις πλαγιές του όγκου Ανάληψη ύψ. 1.499 μ. δήμου Ασπροποτάμου νομού Ευρυτανίας. Στα 1928 είχε 825 κατοίκους, 1940 > 510, 1951 > 624, 1961 > 338, 1971 > 410, 1981 > 543, 1991 > 528. Το Ραπτόπουλο στα 2001 είχε 1.019 κατοίκους συμπεριλαμβανομένου των δορυφόρων συνοικισμών: Ιτέα (Κρετσίστα), Κάτω Ραπτόπουλο, Παλαιοχώρι)
- Κάτω Ραπτόπουλο, υψ. 750 μ. οικισμός στις πλαγιές της κορφής Ανάληψη δήμου Ασπροποτάμου νομού Ευρυτανίας. Στα 1928 (-) κατοίκους, 1940 > 480, 1951 > 287, 1961 > 335, 1971 > 315, 1981 > 308, 1991 > 287.
Στο Ραπτόπουλο ανήκουν και οι ποιμενικοί συνοικισμοί: Πάζου, Κρεββάτια, Παλούκια.
(2) «Βρισκόμαστε στις πρώτες μέρες του τελευταίου δεκαήμερου του Δεκέμβρη 1949. Το αντάρτικο συγκρότημα των Αγράφων, είναι καταυλισμένο στις Εκκλησιές του Ασπρορρέματος. Από τον Δήμο Απεραντίων, όλο και λιγότεροι τροβάδες με καλαμπόκι προωθούνται στον καταυλισμό, με αποτέλεσμα η ποσότητα αυτή να μη φθάνει για την τροφοδοσία περισσότερο από 8 – 10 μέρες. […] Την άλλη μέρας το συγκρότημα εγκαταλείπει τις Εκκλησιές, μέσα σε μια άγρια χιονοθύελλα, περνάει την κορυφογραμμή και τον αυχένα «Παλούκια» και σταθμεύει στο χωριό Ραφτόπουλο. Το χωριό αυτό βρίσκεται στα ανατολικά του Αχελώου και απέχει κάμποση ώρα απ το χωριό Γρανίτσα. Ένα όμορφο γραφικό χωριό, ανάμεσα σε μικρούς λόφους ομαλούς, με περιποιημένα σπιτάκια με κληματαριές φορτωμένες ακόμα σταφύλια Δεν υπάρχει ψυχή ζωντανή στο χωριό και είναι ν απορεί κανείς πως είναι δυνατό ένα τέτοιο ωραίο χωριό να είναι ακατοίκητο. (Ψημμένου Τάκη1985:375, 377-8,398)
Πρασιά έως το 1928 Ζελενίστα), υψ. 850 μ. στις πλαγιές του όγκου Πυραμίδα, (Μαυρίλο) ύψ. 2.002 μ. στις όχθες του ρέματος Πρασιάς, δήμου Απεραντίων, νομού Ευρυτανίας. Στα 1928 είχε 21 κατοίκους, 1940 > 216, 1951 > 230, 1961 > 185, 1971 > 131, 1981 > 139, 1991 > 83.
Η Πρασιά στα 2001 είχε 455 κατοίκους συμπεριλαμβανομένων των συνοικισμών: Άγιος Ιωάννης Πρόδρομμος, Βασιλέσι, Μεταξάδες, Φουσιανά.
«Ο αείμνηστος Πάνος Ι. Βασιλείου, που ερεύνησε σχολαστικά κατά περιόδους την περιοχή, αναφέρει στο χωριό Ζελενίτσα (Πρασιά), υπάρχει ένα μεγάλο αρχαίο νεκροταφείο, όπου πλάκες ακατέργαστες αμμόπετρες με κομψά και φροντισμένα γράμματα» (Τάσιος Γεώργιος2009:40). «Στη συνοικία Βασιλέσι της Πρασιάς, στη θέση Άγιος Νικόλαος εντοπίζουμε ίχνη αρχαίου νεκροταφείου. Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι υπήρχε κάποιο μεγάλο βασίλειο στην περιοχή και έτσι απέμεινε το όνομα στο χωριό (Βασιλέσι)». (Τάσιου Γεωργίου2009:41)
Φουσιανά, τ, υψ. 950 μ. στις βόρειες πλαγιές του όγκου Ανάληψη, στις όχθες του ρέματος Βασιλέσι, δήμου Ασπροποτάμου κοινότητας Πρασιάς, δήμου Ευρυτανίας. Στα 1928 είχε 186 κατοίκους, 1940 > 280, 1951 > 196, 1961 > 205, 1971 > 182, 1981 > 133, 1991 > 80.
Πύργος , ύψ. 1.989 μ. βόρεια της κορφή Φτέρης, που εντάσσεται στον όγκο της Φτέρης.
(3) Ο λύκος, η παγάνα: «Μ όλα τα αγρίμια έχει να κάμει ο τσοπάνης γιατί τον κιντυνεύουν. Με κάθε τρόπο προσπαθούν να τ’ αρπάξουν το βιο του. Πιο πολύ όμως ο λύκος. Αυτό το αγρίμι, που ποτέ δεν έλειψε απ τα ρόγγια και τις ερημιές της Ρούμελης έχει μεγάλη μανία στα πρόβατα. Αδύνατα πράματα, καθώς είναι δαύτα, πολύ τα μάχεται και προ πάντων άμα καταλάβει αδυναμία. Να λείπει από κοντά τους ο τσοπάνος κι ο σκύλος. Ενενηνταεννιά, λένε πως σφάζει, άμα τάβρει μοναχά και πίνει το αίμα τους: ένα αφήνει ζωντανό για μαρτυριά. Τόδωκε δύναμη ο Θεός κι όλα τα αγρίμια και τα ήμερα τα ζώα τρέμουν μπροστά του. Η δύναμή του είναι στα δόντια. Τόδωκε δόντια γερά να συντρίβουν και κόκκαλα ακόμα τόδωκε και πόδια να τρέχει. Τόδωκε όμως και κάτι φυσικά ελαττώματα! Από πρόνοια βέβαια για τη ζωή των άλλων. Αλλοίμονο στ άλλα τα ζώα, αν δεν είχε κι αυτά τα χάλια!. Να ένα! Βρωμάει από μακριά, όντας ξαγναντίσει. Βρόμα φοβερή, όχι παίξε γέλασε, γιατί έχει το κακό ελάττωμα , όλο να πορδίζει. Τη βρόμα του σμίζονται τα σκυλιά κι ώρα μακριά απ αυτά αν βρίσκεται αυτός. Και του ρίχνονται. Ξέρει όμως τα ελαττὠματά του ο λύκος και λαβαίνει τα μέτρα του. Όντας ζυγώσει σε κοπάδι που βόσκει ή σε μαντρί που βρίσκονται κλεισμένα πρόβατα, χαμηλώνει την ουρά του και τη χώνει ανάμεσα τα σκέλια. Η ουρά σκεπάζει τη βρόμα δεν την αφήνει να σκορπιέται να γαργαλίσει τη μύτη των σκυλιών γιατί αλλοίμονό του τότε! Θα του ρίχνονταν να τον κάμουν κομμάτια. Η λύκισσα γεννάει κουτάβια σαν τη σκύλα. Άμα μεγαλώσουν λίγο, ανοίξουν τα μάτια τους κι αρχίσουν να τρώνε, τα γυμνάζει στο κυνήγι. Τα πάει δω, τα πάει κει. Βλέπουν τη μάννα πως αρπάζει, αρπάζουν και δαύτα. Ένα απ΄ τα κουτάβια της το γυμνάζει να κόβει χοντρικά: άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια, βόδια. Όσο είναι μικρό και κουβαλάει αυτή τα αγρίμια στη φωλιά, για να δώσει στα κουτάβια να φάνε σ αυτό ρίχνει για να φάει τέσσερα τόσο απ όσο ρίχνει στ άλλα. Ανοίγει λοιπόν η κοιλιά του απ το πολύ φαϊ σιγά –σιγά και θέλει ένα σωρό κρέας για να γιομίσει. Αυτό το λυκόπουλο μεγαλώνοντας γίνεται μοναχόλυκος. Έτσι τον λένε οι τσοπάνηδες. Ποτέ δε ρίχνεται σε μικρά σφαχτά, ας τα ιδεί και μπροστά του. Τραβάει ίδια στα μεγάλα, αυτού καταλαβαίνει πως θα χορτάσει την κοιλιά του. Ξέρει όμως πως στα χοντρικά τα ζώα κάποτε το βρίσκει και ρόζο. Τα άλογο, το μουλάρι, έχουν τα πισινά του για όπλο. Οι κλωτσιές που δίνουν μπορεί να τον πάνε θρούμπα (αφήνουν άπνουν), το λύκο, αν τον πετύχουν στο κεφάλι. Και τζανό (θα σου στρίψω το τζανό /απειλή) δε μπορεί να στρίψει ο λύκος. Mονοκόκκαλον έχει το σβέρκο. Και λένε οι τσοπάνηδες και το γιατί «το λύκο τον έφτιαξε ο διάβολος με τέσσερα ξύλα. Άμα τελείωσε, πήγε στο θεό και τούτο: , έφτιαξα ένα ζώο, πως μου πώς να το ζωντανέψω!
Μάλιστα μούπε ο Θεός πήγαινε και πες του «σήκω απάνω, περπάτα και να φας και το πόδι τα αφέντη σου» Ο διάβολος πήρε τη συμβουλή και γύρισε πάλι κει που είχε φτιαγμένο το λύκο.. Το κατάλαβε ως τόσο, και τούπε μονάχα: «σήκω απάνω λύκο και περπάτα»! Ο λύκος δε ζωντάνεψε. Ο διάβολος ξαναπήγε στον Θεό «δε ζωντάνεψε» του λέει. «Πήγαινε του λέει ο Θεός να πεις όλα τα λόγια, όσα σου είπα» . Γύρισε τότε ο διάβολος κι είπε τα λόγια ίδια κι απαράλλαχτα. Ο λύκος ζωντάνεψε. Ζωντανεύοντας άρπαξε απ το πόδι το διάβολο. Του τόκοψε με τα δόντια, τον άφησε με το ένα. Κι από τότε μένει ο διάβολος κουτσός. Αλλά κι ο λύκος έμεινε ξυλιασμένος. Ο τζανός του δεν μπορεί να στρίψει. Και για να γυρίσει ο λύκος πίσω του, δεν κάνει όπως τα άλλα τα ζώα, να στρίψει δηλαδή πρώτα τον τζανό κι υστερότερα να γυρίσει τα άλλο το σώμα. Μονοκόματα γυρίζει, τζανός και κορμί και τα δύο μαζί στρίβουν. Κι από τότε έμεινε να λέγεται καὶ μονάντερος».
Τέτοιο τρομερό ζώο είναι ο λύκος. «Ζουλἀπι μας ήρθε», ακούς τους τσοπάνηδες να λένε, όντας καταλάβουν πως ήρθε στη γειτονιά τους. Κι αρχίζουν να σκέφτονται πως θ απαλλαχτούν από τον κακό το γείτονα. Απ όλα όμως όσα μπορείς να κάμεις για να ξεπαστρέψεις το λύκο, πιο άσφαλο είναι η παγάνα. Συνεννοούνται οι τσοπάνηδες πόχουν το ζουλάπι στο σβέρκο, ειδοποιούν και τους χωριάτες ένα γύρο. Τη δείνα μέρα έχουν παγάνα λένε. Ακούοντας το χαμπέρι, καθένας παίρνει το τουφέκι του. Οι ανήξεροι από τουφέκια παίρνουν τενεκέδες του πετρελαίου, κουδούνια, ξύλα και τούμπανο. Βγαίνουν όλοι στο άκρο απ το λόγγο, που κρατεί το ζουλάπι. Οι άοπλοι ξαπλώνουν –ξαπλώνουν, ένας εδώ, άλλος παρέκει, άλλος παραπέρα (εις αραιά παράταξη) κλειούνε την άκρη απ το δάσος. Οι κυνηγοί πιάνουν τα καρτέρια. Όλες τις σύρτες, που μπορεί να περάσει το θηρίο για να ξεφύγει, ρέματα, λαγγαδιές, διάσελα, όλα όσα βρίσκονται γύρο απ το κλειστό. Σηκώνουν τη φωτιά κρατούν το τουφέκι στο μάτι και περιμένουν. Το άλλο, τα άοπλο. Τα ασκέρι κάνει το χουϊό. Μπαίνουν μέσα. Άλλος χουχουτάει, άλλος σφυράει, άλλος βροντάει κουδούνι, τενεκέ, κι άλλος το τούμπανο. Γίνεται μια χανταβούρα πρωτάκουστη μέσα στο δάσος. «Βγήκαν στο χουϊό δα» μένει για παροιμία και τη λένε γι ανθρώπους, που μιλάνε δυνατά κι άπρεπα. Προχωρούν σιγά –σιγά ψάχνοντας –ψάχνοντας κάθε πουρναροφωλιά, κάθε κλεισμένο, κάθε σπηλιά. Το ζουλάπι ακούοντας το βουητό ξετρυπώνει όπου κι αν βρίσκεται χωμένο. Ανεβαίνει σύρραχο ερπίζει ανάμεσα στα χαμόκλαρα, βρίσκει τις σύρτες του και φεύγει όσο μπορεί πιο γρήγορα για να γλιτώσει. Που να βάλλει ο νους του, πως του τόχουν πιασμένο! Έτσι, χωρίς να το περιμένει, πέφτει σε κάποιο απ τα καρτέρια. Μπαμ μπουμ! Ακούς το τουφεκίδι. Ένα βόλι έρχεται από δω, τα άλλο από κει. Κάποιο θα τον βρεί, τον ρίχνει κάτω. […] Σαν κάτι φόρτωμα νάφυγε από πάνω τους, αισθάνονται όλη η τσοπανούρα, όλη η χωριατιά, όντας μάθουν το καλό το χαμπέρι. «Πάει το ζουλάπι, γλίτωσε το πράμα,, ν αγιάσουν τα χέρια κείνου που το ξεπάτωσε με το βόλι» όλοι λένε» (Λουκόπουλου Δημητρίου1930:139-144)
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- Λουκόπουλου Δημητρίου1930: Ποιμενικά της Ρούμελης,
- Γρανίτσα Στέφανου1976: Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, κεφ. Ο λύκος, σ. 30-35, εκδ Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι.Δ. Κολλάρου και Σιας Α.Ε.
- Ψημμένου Τάκη1985: Αντάρτες στ΄ Άγραφα (1946-1950) αναμνήσεις ενός αντάρτη, δεύτερη έκδοση, εκδ. «Σύγχρονη εποχή», Αθήνα
- Νιτσιάκου Βασίλη2008: Ρέματα, εκδ. Οδυσσέας
- Περιηγητικός & πεζοπορικός χάρτης2009: Ευρυτανικά βουνά, κλίμακας 1: 50.000, σειρά: Central Greece, 2.4/2.5, Topo50, εκδ. ΑΝΑΒΑΣΗ
- «Ασπροπόταμος: Άγνωστη ιστορία και σύγχρονη ανάπτυξη»2009, Πρακτικά Ημερίδας, Ραπτόπουλο, 2 Αυγούστου 2008, εκδ. Πανευρυτανική Ένωση (10), Αθήνα
- Πανευρυτανική Ένωση2010: «Γρανίτσα, πολιτιστική πρωτεύουσα της δυτικής Ευρυτανίας», Πρακτικά Ημερίδας, 1 Αυγούστου 2009, εκδ. Πανευρυτανικής Ένωσης [19]
- Νέζη Νίκου2010: Tα Ελληνικά βουνά, γεωγραφική εγκυκλοπαίδεια, τόμος 2, Ηπειρωτική Ελλάδα (Πελοπόννησος, Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη), εκδ. Ελληνική Ομοσπονδία Ορειβασίας Αναρρίχησης –Κληροδότημα Αθ. Λευκαδίτη
- Σταματελάτου Μιχαήλ, Βάμβα Σταματελάτου Φωτεινή2012: «Γεωγραφικό λεξικό της Ελλάδας», τόμοι Α,Β.Γ, για αυτή την έκδοση, Δ.Ο.Λ., ΤΑ ΝΕΑ

Περί ανεμογεννητριών συνέχεια
Βγαίνω σε ράχη, που οδηγεί στην ψηλότερη κορφή, ουφ, στα ριζά των ανεμογεννητριών, – αλλά όχι ακριβώς εκεί, πρώτα βγαίνω σε περίφραξη της ευρύτερης περιοχής τους- αλλά μακριά απ τη βάση τους. Ολόγυρα, επί της κορυφογραμμής φυτεμένοι γιγάντιοι σιδερόφρακτοι φύλακες. Παλεύω να απελευθερωθώ απ την περίφραξη και να πιάσω την κορυφογραμμή και το καταφέρνω, έχοντας ρίξει αρκετό ιδρώτα και βρίσιμο. Δρόμοι, χωμάτινοι μεγάλοι, κάθε τόσο ολόκληρες πλατείες και καταμεσής τους αριθμημένοι οι σιδερένιοι γίγαντες, αδιάφορα, φαντάσματα. Βγαίνω επιτέλους στη ράχη που είναι διάσπαρτη από τις γιγάντιες ανεμογεννήτριες και καθώς τις πλησιάζω, δείχνω δίπλα τους νάνος. Σηκώνω τα μπαστούνια μου και ως άλλος Δον Κιχώτης «ξιφομαχώ» με τον γιγάντιο κορμό τους, παρείσακτων αντικειμένων, αλλά γρήγορα κουράζομαι. Ούτε που με πήραν χαμπάρι, τις «μάχες» που έδινα εγώ στη βάση τους (πόδια), ούτε που κινήθηκε το πτερύγιό τους να δείξει ότι «πόνεσε» απ το ξίφος μου. Λούφαξα σε μια γωνίτσα στην άκρη του βράχου, γυρίζοντάς τους την πλάτη. Σκέφτομαι, όσο μπορώ, γιατί είμαι θυμωμένος με την παρουσία των απρόσκλητων ετερόκλητων–αντιπαθητικών-ανθυγιεινών αντικειμένων.. Εκεί που κάποτε ορειβατούσαμε με τον αέρα των ψηλωμάτων φτάνοντας στη ψηλή κορφή και μας υποδεχόταν το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, τώρα τούτα τα τέρατα, με «έδιωξαν», τρέποντάς με σε άτακτη φυγή, κατηφορίζοντας και παραμιλώντας..
Advertisements





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Σχολίασε το άρθρο